και σχετίζεται με τη βαθιά πίστη των Τηνίων στην Ανάσταση του Χριστού. Στόχος του εθίμου, που ονομάζεται Αγάπη, είναι αυτή την ημέρα, που
ουσιαστικά υμνείται η Ανάσταση του Ιησού, να συμφιλιωθούν όλοι οι πιστοί (Ορθόδοξοι και Καθολικοί) μεταξύ τους, αλλά και να τιμήσουν τους δικούς τους που δεν είναι πια στη ζωή.
Έτσι μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας στην εκκλησία της Υπαπαντής, γίνεται περιφορά της εικόνας της Αναστάσεως σε ολόκληρο τον οικισμό. Στις δώδεκα το μεσημέρι, η καμπάνα χτυπά χαρμόσυνα, προσκαλώντας τους κατοίκους, αλλά και τους επισκέπτες στην αίθουσα, χωρητικότητας 300 ατόμων, που βρίσκεται κάτω από τον Ιερό Ναό. Εκεί υπάρχει ένα ευρύχωρο και μακρόστενο πέτρινο τραπέζι, με πεζούλια, το οποίο οι ντόπιοι αποκαλούν Κοινή Τράπεζα. Οι γυναίκες του χωριού έχουν μαγειρέψει σούπα από μοσχάρι, ψητό κρέας, κυρίως μοσχαρίσιο και διάφορους άλλους εκλεκτούς μεζέδες, όπως το έθιμο επιβάλλει. Παράλληλα, έχουν φροντίσει ώστε το τραπέζι να είναι εορταστικά στρωμένο.
Όλοι μαζί κάθονται σε αυτό το πραγματικά τεράστιο, ενιαίο τραπέζι, με προεξάρχοντα τον ιερέα. Μόλις σερβιριστεί το φαγητό, ο παπάς ψέλνει τρεις φορές το Χριστός Ανέστη και αρχίζει το γεύμα. Ακολουθεί αλληλοσυγχώρηση μεταξύ των παρευρισκόμενων, τρισάγιο, ομιλία του εφημέριου, επιμνημόσυνη δέηση, ονομαστική αναφορά στη μνήμη των αποθανόντων, καθώς και αναστάσιμοι ύμνοι στο μικρό παρεκκλήσι που βρίσκεται στον ίδιο χώρο.
Η ροδάρια θυμίζει κατάλοιπο των αρχαίων Ανθεστηρίων, της μεγάλης τριήμερης γιορτής των ανθέων, που γίνονταν στην Αθήνα προς τιμή του Διόνυσου, κατά τη διάρκεια του μήνα Ανθεστηρίωνα. Παράλληλα, αναμφισβήτητα έχει κοινά στοιχεία με το χριστιανικό έθιμο της Αγάπης.
Το μεσημέρι των Χριστουγέννων, ο Κάβος παραθέτει γεύμα στο σπίτι του, όπου συμμετέχουν μόνο οι άνδρες - αρχηγοί των οικογενειών του χωριού και ο ιερέας. Οι προσκεκλημένοι φέρνουν μαζί τους, δεμένα σε μία πετσέτα, το πιρούνι, το κουτάλι, το ψωμί και το κρασί τους. Στο τραπέζι της αδελφότητας, ο Κάβος προσφέρει πλουσιοπάροχο φαγητό, στο οποίο περιλαμβάνεται σούπα και βραστό από μοσχάρι, κοκκινιστό κρέας, στιφάδο, ντολμαδάκια και άλλα τοπικά εδέσματα. Το κρασί σερβίρεται στα τάσια, δηλαδή σε κύπελλα ημισφαιρικού σχήματος από ορείχαλκο, τα οποία είθισται να χρησιμοποιούνται μόνο τη συγκεκριμένη μέρα.
Μετά το γεύμα, ο ιερέας και μερικοί από τους συνδαιτυμόνες μεταφέρουν την εικόνα της Γέννησης του Χριστού από την εκκλησία στο σπίτι του οικοδεσπότη, ψέλνοντας χριστουγεννιάτικους ύμνους. Η εικόνα τοποθετείται πάνω στο τραπέζι, μοιράζεται αντίδωρο, ενώ οι παρευρισκόμενοι ανάβουν κεριά, όμοια με αυτά της πρωινής λειτουργίας. Εκείνη τη στιγμή, ο παπάς ορίζει τον επόμενο Κάβο. Μετά το κέρασμα των παραδοσιακών γλυκισμάτων, η εικόνα επιστρέφει στην εκκλησία υπό τους ψαλμούς χριστουγεννιάτικων ύμνων.
Την επόμενη μέρα (26 Δεκεμβρίου) μαζεύονται και πάλι όλοι οι άντρες στο σπίτι του παλιού Κάβου, για να αποτελειώσουν τα φαγητά που περίσσεψαν την προηγούμενη. Τυπικά, οι υποχρεώσεις του παλιού Κάβου ολοκληρώνονται με το γεύμα των Χριστουγέννων. Ωστόσο, έως και την τελευταία μέρα του χρόνου, πρέπει να διατηρεί αναμμένο το καντήλι. Μετά τη Θεία Λειτουργία της 31ης Δεκεμβρίου, ακολουθεί περιφορά της εικόνας για το ποδαρικό σε όλα τα σπιτικά του χωριού.
Σήμερα, η λίστα για τους Κάβους φτάνει έως το 2025, γεγονός που υποδηλώνει το έντονο ενδιαφέρον των ντόπιων για το συγκεκριμένο έθιμο. Όμως τα παλαιότερα χρόνια, ο Κάβος βρίσκονταν πάντα την τελευταία στιγμή, καθώς οι οικονομικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες.
φώτο από -

0 Comments :
Δημοσίευση σχολίου