Photo: Joanne Yeung/Flickr
Ήταν ο πρώτος χρόνος μου στο νησί. Όλη μέρα τριγύριζα όπως οι κόπροι σκύλοι. Τριγύριζα
κι όλα τα μύριζα. Όλα μ' εντυπωσίαζαν. Οι πέτρες όπως τις έστησαν, ανθρώπων κόποι, για
να βρουν διέξοδα στα αδιέξοδα. Το πόσο φίνο λουλούδι είναι η κάπαρη, ενώ εγώ την είχα μόνο ως κάπαρη. Τα εκκλησάκια που στέκονταν στο τσακ του γκρεμού. Η απεραντοσύνη και το μια σταλιά δίπλα-δίπλα. Οι αγελάδες και τα φορτωμένα μαστάρια τους. Τα γαϊδουράκια και πώς, με μια όλο τσαντίλα κίνηση των αυτιών τους, έδιωχναν ενοχλητικές μύγες. Τα βράχια ως έργα τέχνης. Τα χωριά. Η αρχιτεκτονική της λαϊκής σοφίας. Μια σκάλα που σ' οδηγούσε ταράτσα-ουρανό.
κι όλα τα μύριζα. Όλα μ' εντυπωσίαζαν. Οι πέτρες όπως τις έστησαν, ανθρώπων κόποι, για
να βρουν διέξοδα στα αδιέξοδα. Το πόσο φίνο λουλούδι είναι η κάπαρη, ενώ εγώ την είχα μόνο ως κάπαρη. Τα εκκλησάκια που στέκονταν στο τσακ του γκρεμού. Η απεραντοσύνη και το μια σταλιά δίπλα-δίπλα. Οι αγελάδες και τα φορτωμένα μαστάρια τους. Τα γαϊδουράκια και πώς, με μια όλο τσαντίλα κίνηση των αυτιών τους, έδιωχναν ενοχλητικές μύγες. Τα βράχια ως έργα τέχνης. Τα χωριά. Η αρχιτεκτονική της λαϊκής σοφίας. Μια σκάλα που σ' οδηγούσε ταράτσα-ουρανό.
Η τεχνική «σαρδέλα» όπως χαριεντιζόταν με το άσπρο χρώμα. Το φως κάθε ώρα της μέρας. Τα καμπαναριά πορτατίφ τη νύχτα. Η ζωή που υπαινισσόταν πρόσωπα... Μια μυρουδιά από φαΐ μεσημεριού… Γεμιστά! Ένα ραδιόφωνο. Ένα σιχτίρισμα. Όλα πίσω από μια κουρτίνα, που άφησε και κενά στο βελονάκι της, κάτι από τους ένοικους για να μαρτυρήσει. Μ' άρεσαν οι γυναίκες στα σκαμνιά τους τα βράδια. Που διέκοπταν αυτόματα τις συζητήσεις τους στο πέρασμα του «ξένου». Και ένιωθα ότι γινόμουν για λίγο το «τούρκικό» τους. Μ' άρεσαν οι γιρλάντες από τα φώτα που έκαναν κούνια-μπέλα στον αέρα. Και τα κυπαρίσσια πώς αναδεύονταν και οι καλαμιές πώς θρόιζαν. Μ' άρεσαν τα απομεινάρια των δημόσιων πλυσταριών... Τι να έλεγαν οι γυναίκες, τότε, στους ψιθύρους τους; Με μεθούσε η μυρουδιά της συκιάς. Με μάτωνε το νυχτολούλουδο. Με γοήτευε το πείσμα ενός φυτού να σκάσει μύτη εκεί που κανένας δεν το έσπειρε.
Μ' άρεσαν οι γεύσεις. Η ντομάτα που ήταν ντομάτα. Η ρόκα που έκαιγε και πίκριζε σαν ρόκα. Με γαλήνευε η λειτουργία (αν και άθρησκη) από τη φωνή του παπά-Αντώνη στη Μεγαλομάτα και τα μαρκαρισμένα στασίδια από τα γερόντια. Γελούσα με τη γριά που έχωνε το εγγόνι της μπροστά από τα άλλα στη μεταλαβιά. Με μελαγχολούσε ένας δίσκος μνημόσυνου, σε πρώτο πλάνο, με μια φωτογραφία. «Μα πότε πέθανε;», «Όσο έλειπες». Μ' άρεσαν τα πλοία της γραμμής που πέρναγαν αργά-αργά από κάθε παραθύρι του σπιτιού μου. Μ' άρεσαν οι φουριόζες σαύρες. Τι να τα πολυλογώ…
Όλα μου άρεσαν! Όλα; Μόνο εκείνο το πλοίο με τρόμαζε. Το βραδινό. Που άνοιγε το τεράστιο στόμα του με τα φώτα νοσοκομείου. Και έκλεινε αργά-αργά και χανόταν. Μου απέκοπτε την τελευταία μου γέφυρα με τον «έξω» κόσμο. Γι΄ αυτό και μου ξέφευγε πάντα στην αρχή ένα «Δηλαδή;... Εμείς τώρα... Αν κάτι προκύψει…». Δώδεκα χρόνια μετά... Συμμάχησα με το πλοίο της νύχτας. Να μη σου πω το αγάπησα... Γιατί καθώς μου απέκοπτε κάθε γέφυρα με τον «έξω» κόσμο, με έστρεφε στον δικό μου.
Η Τήνος της επιλογής μου (καμία σχέση καταγωγής) με συντρόφεψε στα 40... Τώρα στα 50+. Ωραίες ηλικίες. Κι ας φοβίζει το άκουσμά τους. Σου επιτρέπεις να είσαι με σένα επιεικής. Σου αρέσεις. Σου δίνεις χρόνο για όλα... Μέχρι να μελετάς πώς ταξίδεψαν οι «ρίζες» σου. Από τα άνυδρά σου για να πιάσουν υδάτινα. Είχε ζόρι. Η Τήνος μού έμαθε την ευλογία του αέρα. Του ζόρικου αέρα! Έχει κι αυτός το ζόρι του. Ευλογημένο ζόρι.
Πηγή protagon.gr

0 Comments :
Δημοσίευση σχολίου